Τετάρτη, 29 Απριλίου 2020

Έγραψαν για το Μποστάνι Δημοκρατίας


μποστάνι Δημοκρατίας
Νουβέλα, εκδ. Γράφημα, Θεσσαλονίκη, 2020

Η λέξη «μποστάνι» έχει τις ρίζες της στην περσική γλώσσα και σημαίνει χωράφι φυτεμένο με καρπούζια, πεπόνια και λαχανικά. Όπως σε κάθε μποστάνι, έτσι και στο «μποστάνι Δημοκρατίας» του Α. Χαριστού, συγγραφέα του βιβλίου, συνυπάρχουν τα ωφέλιμα με τα αγριόχορτα, εκείνα δηλαδή που δεν αφήνουν τα πρώτα να αναπτυχθούν και να δώσουν τον πολύτιμο καρπό για τη θρέψη του ανθρώπου. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Η ιστορία διαδραματίζεται στο νησί της Σαμοθράκης, μήνα Σεπτέμβριο του 1981 κι ενώ εξελίσσεται η κρίσιμη προεκλογική περίοδος της μεταπολίτευσης. 


Αν και η ελληνική κοινωνία διανύει τον έβδομο χρόνο του κοινοβουλευτισμού, τα συσσωρευμένα πολιτικά, κοινωνικοπολιτισμικά βαρίδια της επτάχρονης δικτατορίας, αλλά και των προηγούμενων ταραγμένων δεκαετιών, δυσχεραίνουν τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και των δομών εξουσίας. Η συντηρητική παράταξη, παρά τον φιλελεύθερο μανδύα της, συνεχίζει να κυβερνά με πρακτικές του βεβαρυμμένου παρελθόντος της. Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ο συγγραφέας θέτει ξεκάθαρα το πολιτικό πλαίσιο που επικρατεί στο νησί καθώς τα αιτήματα του διοικητή της χωροφυλακής για την τύχη των εικόνων του δικτάτορα Παπαδόπουλου παραμένουν αναπάντητα τουλάχιστον για πέντε χρόνια, υπενθυμίζοντας «τη μωρία των ανθρώπων και την αδιέξοδη φύση της υποτακτικής νομοτέλειας των ρόλων» (σελ. 27). Ταυτόχρονα, στο νησί επικρατεί η οικογενειοκρατία στην διαχείριση των κοινών και η αδιαφάνεια στις σχέσεις των πολιτών με το κράτος έχουν γιγαντώσει τη διαφθορά των τοπικών κρατικών λειτουργών.

Βέβαια, η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι σταδιακά χάνει έδαφος από την ανερχόμενη και πολλά υποσχόμενη προοδευτική αντιπολίτευση. Η τελευταία, προετοιμασμένη από καιρό να σώσει τον τόπο από τα νύχια του συντηρητισμού, απαιτεί την «αλλαγή» και ρίχνει στη μάχη τους δικούς της αθώους, αφελείς ιδεαλιστές πολιτικούς αγκιτάτορες. Η διόλου τυχαία επιλογή της εποχής από τον Α. Χαριστό, αν δεν παραπέμπει στις αναλογίες των όσων βίωσε η ελληνική κοινωνία στην εναλλαγή της «ανατροπής» από την «κανονικότητα», όπως σημειώνει και ο Π. Κατσίκας στον πρόλογο του βιβλίου, σίγουρα προβάλλει ό,τι ακριβώς κατακεραυνώνει η διεισδυτική γραφίδα του συγγραφέα: η δισεπίλυτη εξίσωση εκσυγχρονισμού του νεοελληνικού κράτους καθίσταται διαχρονικά αδύνατη, ίσως επειδή η εναλλαγή στην εξουσία αφορά μόνο τα πρόσωπα και όχι, όπως αποδεικνύεται, τις ακολουθούμενες πολιτικές πρακτικές της εξουσίας. Και τούτο γιατί η εξουσία πλανεύει τους ηθικά αδύναμους ανθρώπους οι οποίοι τελικά ενισχύουν την αέναη διατήρηση της πολιτικής και κοινωνικής υποκρισίας και του διεφθαρμένου οικονομικού και κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου.

Αν και ο συγγραφέας δεν βίωσε την εποχή στην οποία αναφέρεται η νουβέλα του, καταφέρνει να εντάξει αρμονικά και με επιτυχία τους χαρακτήρες στο κλίμα και στο πνεύμα της. Η επιλογή του απομακρυσμένου νησιού της Σαμοθράκης αναδεικνύει εύστοχα την απόσταση που χωρίζει την απομονωμένη και οπισθοδρομική περιφέρεια της επαρχίας από το υπερδραστήριο και αλαζονικό πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό κέντρο λήψης των αποφάσεων της χώρας. Ο αγαθός πληθυσμός του νησιού, η «αντανάκλαση του μεγάλου κάδρου της κυρίως Ελλάδος» (σελ. 19) υποδέχεται στο λιμάνι της Καμαριώτισσας μηχανικά, σχεδόν μοιρολατρικά, το μοναδικό εμπορικό πλοίο που τους επισκέπτεται: αποτέλεσμα μιας «μονότονης διαιώνισης της ακτοπλοϊκής σύμβασης» καθώς «ακόμη και η επιφάνεια της θαλάσσης ομοίαζε ολοένα περισσότερο με μαυσωλείο (σελ. 19). Ο Α. Χαριστός ρίχνει από την αρχή τον σπόρο της υποψίας και της αμφισβήτησης που διακατέχουν την ιδιοσυγκρασία του ως άτομο. Με αυτόν τον τρόπο προετοιμάζει τον αναγνώστη για όσα θα επακολουθήσουν και επιτείνει το ενδιαφέρον του για την εξέλιξη της πλοκής: η επιθυμία των ηρώων του είναι προορισμένη να κατακτήσει τη «βαναυσότητα της διάψευσης» (σελ. 18). Πρόκειται για τρεις νέους πολιτικούς αγκιτάτορες των οποίων το «σφρίγος νεότητας έτρεμε στο ιδεατό αποκορύφωμα των στιγμών», αποξενωμένοι «από τον κάματο της ιδιοτέλειας» (σελ. 18) και οι οποίοι επιβιβάζονται στο νησί με στόχο να προσηλυτίσουν τον ντόπιο πληθυσμό στην πολιτική πρόταση της αντιπολίτευσης.

Ο πρώτος ήρωας είναι ο Χάρης: φιλόλογος, ο οποίος με καινοτόμες μεθόδους προσέγγισης της λογοτεχνίας και της γλώσσας θωρακίζει τις συνειδήσεις των μαθητών του σε ζητήματα δημοκρατίας, απελευθερώνοντας τη σκέψη, τη φαντασία και τον λόγο τους από τα δεσμά του κατεστημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Ο δεύτερος είναι ο βαθιά φιλοσοφημένος αρχιτέκτονας Πέτρος, με βαθιά πίστη στις ανθρωπιστικές αξίες, φορέας των μηνυμάτων εξέγερσης του γαλλικού Μάη. Τέλος, ο μουσικός Αντώνης, διαθέτει κλασικές σπουδές και εμπλέκεται στην πολιτική εξαιτίας ενός ερωτικού ειδυλλίου από τα μαθητικά του χρόνια. Στον νησιώτικο καμβά της νουβέλας του Α. Χαριστού αναπνέουν επίσης οι εκπρόσωποι της πολιτικής και κοινωνικής ελίτ του νησιού, ένας Κρητικός στρατιώτης, ο οποίος μονότονα, αλλά με νόημα, επαναλαμβάνει την προτροπή στον εαυτό του να μη μιλήσει για όσα σκανδαλώδη γνωρίζει. Κι ακόμη, η όμορφη διανοούμενη νεαρή Μυρτώ, ο ιδιόμορφος Γάλλος καλλιτέχνης, ο πιστός στα ιδανικά της πατρίδας διοικητής της χωροφυλακής, ο μεγαλόστομος αυτοδίδακτος δήμαρχος, ο πάτερ της ενορίας και δάσκαλος των Θρησκευτικών στο νησί ο οποίος επιτηρεί τη συνειδησιακή γαλήνη του ποιμνίου με υπαγορεύσεις και εξ άμβωνος αγορεύσεις» (σελ. 20). Ο Α. Χαριστός κινείται το ίδιο άνετα σε όλη τη γεωγραφία του νησιού και τους χώρους που με περισσή μαεστρία περιγράφει στη νουβέλα του: από το βαρυφορτωμένο φολκλόρ γραφείο στην έπαυλη του Δημάρχου μέχρι το μίζερα άχαρο και παραμελημένο δημόσιο κτήριο της Αστυνομίας του νησιού. Οι περιγραφές του αφορούν όλα όσα έχουμε δει και παρατηρήσει, όλα όσα έχουν βαθύτατα προσβάλει την αισθητική μας και για αυτόν ακριβώς τον λόγο απεχθανόμαστε. Κι είναι ακριβώς αυτή η επιτυχία του συγγραφέα, καθώς εισάγει τον αναγνώστη σε ένα οικείο περιβάλλον καθιστώντας τον όχι ένα παρατηρητή από απόσταση αλλά έναν ενεργό συμπρωταγωνιστή. Επίσης, δεν παραλείπει να μας μεταφέρει στο φυσικό περιβάλλον και να μας προσκαλεί να διαπιστώσουμε με τα ίδια μας τα μάτια τις φυσικές ομορφιές του νησιού.

Οι περιστάσεις οδηγούν τους τρεις ετερόκλητους νέους στο καφενείο του χωριού και εν μέσω μανιώδους χαρτοπαιξίας, νεφών σιγαρέτων, στοιχημάτων, οι λέξεις «αλλαγή» και «συντήρηση» αποκτούν συνθηματικό χαρακτήρα στα χείλη των ανύποπτων τοπικών θαμώνων οι οποίοι καταλήγουν μεθυσμένοι στον προθάλαμο πολιτικής αναμέτρησης. Κατ’ αυτόν τον ευρηματικό και γλαφυρό τρόπο ο Α. Χαριστός επιβάλλει στην αρχή της ιστορίας του την επιδερμική και ασύνειδη νίκη της «αλλαγής» και την ταυτόχρονη ήττα της συντήρησης. Μια συνειδητή επιλογή προκειμένου να αναδείξει τους μυστικούς έρωτες και τα καλοσχεδιασμένα οικονομικά σκάνδαλα των ηρώων του στη συνέχεια της πλοκής… Έτσι, ο Χάρης συναντά τη Μυρτώ και «στην παλαμική αφή ολίγων δεκάτων εφορμήσεων του δευτερολέπτου» (σελ. 50) την ερωτεύεται σφοδρά. Η πνευματώδης, «αυστηρή στην εποπτεία της, σχεδόν συντηρητική στις ενδυματολογικές της επιλογές κι όμως τόσο ερωτικά προκλητική κοπέλα» (σελ. 59), μελετήτρια των θεωριών ψυχανάλυσης του Φρόιντ, πιστεύει ότι δεν υπάρχει η ελευθερία: «η λέξη αποτελεί τεχνική μορφή κάλυψης βαθύτερων επιθυμιών τις οποίες ωστόσο δεν είμαστε σε θέση να μορφοποιήσουμε στον πραγματικό κόσμο» (σελ 51 – 52). Στη ζωή των ανθρώπων, τη θέση της ευχαρίστησης παίρνει η σκληρή πραγματικότητα, ο συμβιβασμός που επιβάλλουν οι αυστηρές ηθικές αρχές. Για τη Μυρτώ, δεν υφίσταται σωστό και λάθος παρά μόνο η αναγκαιότητα έκφρασης του ατόμου με κάθε δυνατό τρόπο. Προσωπική της μοναδική διέξοδος στο ασφυκτικό κλίμα των φυσικών και πνευματικών περιορισμών της πραγματικότητας, μορφή ελεύθερης έκφρασης χωρίς περιορισμούς, αποτελεί η συγγραφή ποιημάτων. Ωστόσο, η Μυρτώ είναι ξεκάθαρη: ο πνευματικός άνθρωπος και τα έργα του, οι πράξεις και τα συναισθήματά τους ενέχουν ευθύνη. Όμως δεν είναι αιθεροβάμων· δηλώνει ευθαρσώς πως «παρά τους μεγαλοϊδεατισμούς του πνεύματος παραμένει μικρή, πολύ μικρή και αδύναμη στην πραγματικότητα που μας συνθλίβει» (σελ. 56).

Η Μυρτώ και ο Χάρης «ανάμεσα στις παραισθήσεις των ποιητικών οραμάτων» (σελ. 57) Γάλλων ποιητών, καταλήγουν εραστές. Ο Α. Χαριστός ζωντανεύει την  κορύφωσης της ερωτικής πράξης επιστρατεύοντας τον πλούτο της γλώσσας και δημιουργώντας εκστατικές εικόνες και χαμηλούς ερωτικούς ήχους στη φαντασία του αναγνώστη. Στη συνέχεια , τον λόγο παίρνει ο ίδιος ο συγγραφέας αποφορτίζοντας εντέχνως την ατμόσφαιρα από την ένταση της ερωτικής σκηνής, γκριζάροντας τις φωτοσκιάσεις και χαμηλώνοντας τις ενδιάμεσες αποχρώσεις του κόκκινου: «Τι είναι ο έρως; Γιατί στο άκουσμά του ενεργοποιείται τόσος πόνος; Γιατί να αποκλείει τόσο βάναυσα την κατανόησή του;» αλλά και «Γιατί να μην λογίζεται το όνομά του (έρωτα) ως συνώνυμο του πάθους για τη χαρά και τον ενθουσιασμό της έλξης; Γιατί να μην νοείται το πέρασμά του ως σταγόνα που ξεχειλίζει σε ποτήρι ωκεάνιας ηδονής, απαλλαγμένη από τους καταναγκασμούς και τα όρια του εφικτού;» (σελ. 60). Ο Α. Χαριστός δεν φείδεται των ρητορικών ερωτημάτων που αφορούν τον έρωτα: «Γιατί να μην είναι ο έρως συνώνυμο της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης των αισθήσεων και της βούλησης στην αθωότητά των;» αλλά και των πικρών διαπιστώσεων «Μία φευγαλέα ιδιοτροπία ο έρως, μοιάζει με την ακαριαία εμφάνισή του στην αληθινή όψη των πραγμάτων. Κι έπειτα, επιστρέφει στην  ανυπαρξία  του μηδενός…». (σελ. 60). Στη ζωγραφική, λένε, το έργο παίζεται στα γκρίζα…

Όμως, η έκταση της γραφής με συναισθηματικές αναφορές έχει το όριό της στις σελίδες του Α. Χαριστού, ο οποίος ρίχνει αιφνιδίως την αυλαία συχνά πριν την κορύφωση ζητημάτων «ερωτικών εκκρεμοτήτων και πληγών καρδιακών αναφορών» (σελ. 44) των ηρώων του. Ο συγγραφέας γνωρίζει πως όσες τεχνικές είχε στρατολογήσει και λειτούργησαν υπέρ της πλοκής του, μπορούν εξίσου εύκολα να στραφούν εναντίον της. Μόνο μετά από 60 σελίδες ανάγνωσης ο συγγραφέας θα στήσει ανάλογη γέφυρα για να επανέλθει ακόμη περισσότερο ορμητικά και χρησιμοποιώντας εξίσου κοφτερές λέξεις και περιγραφές προκειμένου να υμνήσει εκ νέου τον έρωτα· αυτή τη φορά μεταξύ δύο ανδρών. Ο Α. Χαριστός δεν προκαλεί τόσο με αυτή του την επιλογή όσο με το ότι συνδέει χωρίς περιστροφές «τη λαγνεία και την απληστία των σεξουαλικών ενορμήσεων» (σελ,. 104) με κατεστημένους κοινωνικούς ρόλους και πρότυπα, με αρχετυπικά σύμβολα και νοητικές, κυρίως αυτές, αποπλανήσεις. Εξάλλου και το ετερόφυλο «αντάμωμα μαγνητικών πεδίων» (σελ. 127) που εξελίσσεται στη νουβέλα αποτελεί «εφαλτήριο για να σπάσει τα δεσμά της ασυνείδητης αιχμαλωσίας» (σελ. 127)…

Στο στόχο του Α. Χαριστού τοποθετείται η πολυπλοκότητα των μηχανισμών της εκάστοτε κυβερνητικής και πολιτικής εξουσίας και η διαχρονική της διαπλοκή με τα οικονομικά συμφέροντα: «Τι συμβαίνει ωστόσο στην περίπτωση εκείνη κατά την οποία τα μέσα προπαγάνδας και οι σχέσεις αλληλεξάρτησης πολιτικών και θεσμικών φορέων εξουσίας προηγούνται των διεργασιών εντός του δημοκρατικού πολιτεύματος, επιτρέποντας συνειδητά την άγνοια των πολιτών;», διερωτάται ο συγγραφέας… Η απάντηση του ίδιου είναι ξεκάθαρη: «δεν εναπόκειται στον νομοθέτη ο εξανθρωπισμός των πολιτειακών συστημάτων» (σελ. 65). Η εξυπηρέτηση συμφερόντων υλιστικού χαρακτήρα προηγούνται, αν δεν μονοπωλούν τις επιδιώξεις της εξουσίας. Και προκειμένου να γίνουν αποδεκτά τα δόλια σχέδιά της, επιστρατεύει προσωπεία και μηχανορραφεί για να μην αποκαλύψει τη φρίκη των σκοτεινών προθέσεων και αποτρόπαιων πράξεών της σε βάρος των ηθικών και πνευματικών αξιών της κοινωνίας. Εξάλλου, «στο γρανάζι του συστήματος ο μηχανισμός κατασκευής είναι ασφαλισμένος» (σελ. 67). Η εναλλαγή των προσώπων στους κυβερνητικούς θώκους, ο νόμος και η τάξη εξυπηρετούν τα συμφέροντα του κατεστημένου. Πριν την αναζήτηση των ευθυνών, πολιτικοί και κυβερνώντες, ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές τους αποχρώσεις, αποποιούνται των ευθυνών τους έχοντας ως συνοδοιπόρο τον λαό «στο μακρύ ταξίδι του ηρωισμού και της ταπείνωσης» (σελ. 88). Ίσως επειδή «πίσω από τη στολή και τα προνόμια της εξουσίας ο άνθρωπος παραμένει δέσμιος των παθών και των βαθύτερων επιθυμιών του» (σελ. 85). Αλλά και γιατί, ως γνωστόν, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα και ο σκοπός των προσώπων της εξουσίας και όσων νοικοκυραίων την υπηρετούν, ακόμη και μέσα σε ένα καφενείο πνιγμένο από καπνό και στοιχήματα χαρτοπαιξίας, είναι ιερός.

Όλα αυτά αποτυπώνονται με αριστοτεχνικά σχεδιασμένες ευθείες βολές από τη γραφίδα του Α. Χαριστού όσο και μέσω της δραματικής πλοκής της νουβέλας του, όπως, για παράδειγμα, η επίδειξη της περίφημης συλλογής γραμματοσήμων του δήμαρχου στον Χάρη. Ο συγγραφέας γνωρίζει τους κανόνες του παιχνιδιού: χρησιμοποιεί το σημαίνον και αφήνει στον αναγνώστη την ανακάλυψη του σημαίνοντος. Έτσι, τιμητικές κονκάρδες, προτομές και πορτρέτα γαλαζοαίματων από το παρελθόν, χάρτες εδαφικών κατακτήσεων και σημαίες αυτοκρατοριών αλλοτινών εποχών αποτυπώνονται γλαφυρά στις περιγραφές αρχοντικών σπιτιών στα οποία διαμένουν εξέχουσες προσωπικότητες  της εξουσίας της τοπικής κοινωνίας. Βέβαια, για τον Α. Χαριστό, οι κανόνες υπάρχουν μόνο και μόνο για να ανατρέπονται! Για παράδειγμα, στους λόγους που εκφωνούν στο συγκεντρωμένο πλήθος, οι πολιτικοί δεν ακούγονται απλώς και μόνον τραγελαφικά αφελείς, αλλά αποδεικνύονται εμφατικά και με εκκωφαντικό κρότο κωμικοτραγικά ειλικρινείς. Ο συγγραφέας τοποθετεί στο στόμα τους γυμνές λέξεις και φράσεις, όπως «πατριώτης» και «νοικοκυραίος» που ενδεχομένως άλλοι συγγραφείς θα υπονοούσαν και τεχνηέντως ίσως θα υπέκρυπταν. Όμως όχι σε αυτή τη νουβέλα και πάντως όχι από το στόμα ενός Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου, του «θεόσταλτου ηγέτη που μόνο ένας Αλέξανδρος ο Μακεδόνας θα δύνατο να συγκριθεί μαζί του» (σελ. 124). Γιατί είναι ακριβώς αυτή η υπερβολή, η απουσία σημαινόμενου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που εκτοξεύει τον γυμνό σαρκασμό και την αναιδέστατη ειρωνεία σε σημείο που το αλαλάζον και τυφλωμένο πλήθος, καθώς έχει υποστεί λοβοτομή, όσο περισσότερο εξυβρίζεται και λοιδορείται από τους πολιτικούς τόσο περισσότερο ερεθίζεται υπέρ αυτών! «Θα σας πατάξομεν, αφού πρωτίστως σας βιάσομεν ομαδικώς για το καλό της πατρίδος, του έθνους και της πίστεως μας» (σελ. 128) κραυγάζει από το μπαλκόνι ο πατερούλης και μάλιστα ενώπιον προτομής του «άγνωστου εξαπατημένου» (σελ. 129) και πάντα υπό το άγρυπνο βλέμμα μυστακιοφόρων χωροφυλάκων εφοδιασμένων με «πτυσσόμενες ράβδους αμερικανικής κατασκευής» (σελ. 133) – ας μην ξεχνάμε: η υπόθεση ξεδιπλώνεται Σεπτέμβριο του 1981... «Πάταξέ μας! Αφαίμαξέ μας! Βίασέ μας!» (σελ. 130) είναι η επαναλαμβανόμενη απάντηση του λαού και κάπου εδώ περιττεύει ο επιπλέον σχολιασμός…

Η εξουσία χρησιμοποιεί τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για τη χειραγώγηση των μαζών. Οι δημοσιογράφοι, υπηρέτες ενός καταπιεστικού μηχανισμού, αποτελούν πειθήνια όργανα της εξουσίας, δίνουν ζωή στο ανύπαρκτο και το αναδεικνύουν σε είδηση ύψιστης σημασίας. Αγνοούν την άβολη για το σύστημα πραγματικότητα καθιστώντας τη ανύπαρκτη. Ο Α. Χαριστός αναφέρεται στη διασπορά ψευδών ειδήσεων, στη φανταχτερή υπερπαραγωγή θεαμάτων για την κάλυψη του κενού της ύπαρξης του ατόμου στο πλαίσιο της κοινωνίας. Οι δημοσιογράφοι και οι φωτορεπόρτερ, άμοιρα και άβουλα πιόνια στη σκακιέρα της εξουσίας, διαπιστώνουν το πραγματικό πρόσωπο της: αναρχικό και τραγικό, κωμικό και γελοίο. Αλλά και το ότι η ιστορία, «ως δίδυμη αδελφή του πόνου και της απώλειας» (σελ. 136) επαναλαμβάνεται «χωρίς τον στοιχειώδη δισταγμό» (σελ. 136) καθώς οι μηχανισμοί της εξουσίας δεν διστάζουν να αφαιρούν τις ζωές των αθώων νέων, να ποδοπατούν σχέσεις αίματος και μακρόχρονες φιλίες. Ή μήπως είναι οι νέοι που θυσιάζουν την «αφέλεια της αλήθειας στο αγαθό της ζωής» (σελ. 137) και στην αποκάλυψη του κορμού «της διαφθοράς και της σήψης» (σελ. 141); Στο κρεματόριο της διατήρησης της απρόσωπης εξυπηρέτησης συμφερόντων, οι αδίστακτοι μηχανισμοί λειτουργούν πάντα υπόγεια και στο σκοτάδι. Όχι όμως στο «μποστάνι Δημοκρατίας» του Α. Χαριστού. Εδώ, οι πρώην ηρωικοί πρωταγωνιστές και εκπρόσωποι της εξουσίας, αφού κάνουν τη βρομοδουλειά τους, επεμβαίνει όχι κάποιο αόρατο χέρι, μα κλιμάκιο της κρατικής ασφάλειας για να τους αποκαθηλώσει. Φροντίζοντας βέβαια να μην αγγίξει την πραγματική πηγή διαφθοράς. Κι έτσι η μετά βαΐων και κλάδων επίκληση της «κάθαρσης» – κι εδώ η λέξη που χρησιμοποιεί ο Α. Χαριστός δεν είναι διόλου τυχαία – είναι άσφαιρα πυρά. «Η κοινωνία των νοικοκυραίων δεν κινδύνευε ούτε από την «αλλαγή» ούτε από την «κάθαρση» (σελ. 142). Γιατί, διαχρονικά ο κυρίαρχος λαός – ποιος δεν θυμάται το σύνθημα; – παραμένει σε πείσμα των αφελών ιδεολόγων, αλλά και πάσης φύσεως λαϊκιστών, το «μπαλωμένο θύμα» (σελ. 142).

Τη θέση του συγγραφέα για την Τέχνη κομίζει ο αποτραβηγμένος στο ατελιέ του Γάλλος εικαστικός που σιωπηλά οργανώνει την επανάσταση της πρωτοπορίας του. Ο καλλιτέχνης δημιουργεί έργα τα οποία «υποτάσσονται στην εσωτερική θέαση των πραγμάτων» (σελ. 92). Τελικά, αποτελεί αυταπάτη οποιοδήποτε στοιχείο της πραγματικότητας αποτυπώνεται με ρεαλιστικό τρόπο. Για τον λόγο αυτό ο δημιουργός καθίσταται καθοδηγητής ο οποίος, μέσω του έργου του, «οδηγεί τον θεατή στο πεδίο της αλήθειας» (σελ. 92). Τα παραπάνω στοιχεία, ενδογενή χαρακτηριστικά του Μανιφέστου του Α. Χαριστού, αποτελούν τη σημαία του Γάλλου πρωτοπόρου εικαστικού, ο οποίος σκανδαλίζει με τη στάση, τα ειρωνικού πειραματισμού έργα και τη θεωρία του. Με αυτόν τον τρόπο αφενός ασκεί «δριμεία κριτική στα κομφορμιστικά στερεότυπα» (σελ. 96) αφετέρου καταφέρνει καίριο ερωτικό κτύπημα στον Πέτρο. Η είσοδος και η ξενάγηση του ήρωα στο ατελιέ του ξερακιανού δημιουργού, εκτοξεύουν σε δυσθεώρητα ύψη την ονειρώδη φαντασίωση του ήρωα που ξεδιπλώνεται με αχαλίνωτο ρυθμό, με σαφείς αναφορές στις ρίζες του κινήματος του Υπερρεαλισμού και την αναπλαισίωσή του από τον θεμελιωτή του Δομημένου Υπερρεαλισμού και συγγραφέα του Μανιφέστου Ανθρωπιστικής Τέχνης Α. Χαριστού.

Οι σπαρασσόμενοι από τις «επελάσεις τύψεων και ενοχών» (σελ. 106) ήρωες του συγγραφέα όχι μόνο δεν διστάζουν να βάλουν στο στόχαστρό τους εξαντλητικά τυπολατρικούς θεσμούς της Εκκλησίας, αλλά αναποδογυρίζουν με καθηλωτική ειλικρίνεια και στοχαστικό θράσος ακόμη και εκείνες τις συνθήκες του ιερού και άβατου μυστηρίου της εξομολόγησης, καθώς «δεν τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας ούτε τελετουργιών» (σελ. 105). Η αριστοτεχνικά δομημένη, κεντημένη με μοναδικής σύλληψης λέξεις σπαρακτική εξομολόγηση του Πέτρου, αποκαλύπτει την εύθραυστη κατασκευή όλων μας από «ανθρώπινη ύλη», από την πλημμυρίδα των εσωτερικών ανασφαλειών και εξωτερικών απαγορεύσεων που πεισματικά ορθώνονται στην ζωή όλων μας σε κάθε πεδίο της δράσης μας. Το «πανδαιμόνιο στα ραπίσματα του έρωτος» (σελ. 106) αν δεν κυριαρχεί, σίγουρα δεν αποτελεί εξαίρεση: «Αμάρτησα, όχι απέναντι στη συνείδησή μου, αλλά σε όλες τις προσταγές που όφειλα υπακοή» (σελ. 107), εξομολογείται μαρτυρικά ο ήρωας στην κορυφαία ίσως από κάθε άποψη στιγμή της νουβέλας.

Η βεντάλια της θεματολογίας του Α. Χαριστού παραμένει ανοικτή και πάντα δοσμένη με μια γλώσσα ιδιόμορφη, αναπάντεχα πρωτότυπη, στριφνή με την πρώτη ανάγνωση, ευρηματική και τόσο ευχάριστα αταίριαστη με όσα έχουμε συνηθίσει στα αναγνώσματά μας που, ακριβώς για αυτόν τον λόγο, καθιστά, τουλάχιστον από αυτήν την άποψη, τη νουβέλα μοναδικά προκλητική στο είδος της: η φύση οργιάζει «στη νήσο Σαμοθράκη, αναμεμιγμένη σε ιδιοτέλειες και μηχανορραφίες» (σελ. 76), οι μεταφυσικές αναζητήσεις των ηρώων τελούν «υπό τη θαλπωρή σιγαρέτων ειδικής χρήσης» (σελ. 77), . Ο Α. Φυτάκης, στην εισαγωγή του βιβλίου, σημειώνει εμφατικά και μάλιστα δύο φορές ό,τι θα συμβεί στο μυαλό του αναγνώστη: «ανανέωση». Και αυτό ίσως δεν αφορά τόσο ενδεχομένως την πλοκή της νουβέλας, όσο την αποθέωση της γλώσσας που υπηρετεί τη νοηματοδότηση των εννοιών. Ο Α. Χαριστός ανατρέπει βάναυσα τα νοήματα θέτοντας όμως ευγενικά στην υπηρεσία του αναγνώστη τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας προκειμένου ο τελευταίος να κατασκευάσει τις δικές του εικόνες. Για παράδειγμα, «οι φλόγες θερμαίνουν τα  χείλη των καπνιστών καταπίνοντας στάχτες στους πνεύμονες των μελλοθανάτων. Την αμηχανία εμβόλισε ο κρότος του τηλεφώνου». Για τον Α. Χαριστό το στομάχι των ηρώων του δεν είναι άδειο, αλλά «οι στομαχικοί αδένες αποξηραμένοι έστεκαν δίχως να γευτούν το παραμικρό» (σελ. 37). Θα αντισταθώ και δεν θα παραθέσω την κορύφωση της μαεστρίας του συγγραφέα την οποία προφέρει στην περιγραφή των δύο πολύ δυνατών ερωτικών σκηνών της νουβέλας.

Η πρωτοτυπία της νουβέλας έγκειται κυρίως στην αντισυμβατική χρήση της γλώσσας, η οποία αποτελεί μια ρηξικέλευθη πρόταση, αυτή τη φορά στον χώρο της πεζογραφίας. Αυτή όμως θεωρώ πως είναι η επιφάνεια. Ο Α. Χαριστός αποθεώνοντας τη γλώσσα, προκαλεί τη φαντασία του αναγνώστη στο πλάσιμο νέων και ανατρεπτικών εικόνων και νοημάτων κόντρα σε κάθε μορφή προγενέστερης ιδεολογικής και κοινωνικής νόρμας αλλά και του κατεστημένου ορθολογικού τρόπου σκέψης και ανάγνωσης της πεζογραφίας. Πρόσθετο ανατρεπτικό στοιχείο της αφήγησης είναι οι προς το τέλος της νουβέλας αναδρομές και άλματα στο… μέλλον της ζωής των ηρώων, της εξέλιξης των πραγμάτων γενικότερα· στοιχεία που αρχικά ξενίζουν τον αναγνώστη και ενδεχομένως προκαλούν μια σύγχυση… Ωστόσο, θεωρώ πως πρόκειται για ένα επιπλέον συνειδητό παιχνίδι, μια ακόμη καλοστημένη χρονοπαγίδα που στήνει ο συγγραφέας σε όλους μας, καθώς η προβολή της πολυδιάστατης όψης της ανθρώπινης πραγματικότητας, η σκόπιμη παραβίαση των νόμων της φυσικής και κοινωνικής νομιμότητας, όπως σταδιακά αποκαλύπτεται από τη σκιαγράφηση των ηρώων της νουβέλας, εμπεριέχει τελικά την εναλλακτική πρόταση της κοινωνικής ανασυγκρότησης που ευαγγελίζεται ο Α. Χαριστός. Τελικά, ο άνθρωπος δεν μηδενίζεται και, χωρίς να αγνοεί τις άπειρες σε ποικιλία δυνατότητες που του προσφέρει η πραγματικότητα, στρέφεται στον ίδιο τον άνθρωπο και τις ζωτικές του δυνάμεις με απώτερο στόχο την από το μηδέν κοινωνική μεταβολή. Τούτες οι θέσεις του Α. Χαριστού είναι, έως ένα βαθμό, γνωστές σε όσους από εμάς είχαμε την τύχη να ενσκύψουμε με προσοχή και κόπο στα δοκίμια και να διαβάσουμε τα κοφτερά του ποιήματα. Τούτο όμως που ίσως για πρώτη φορά τόσο απροκάλυπτα προτάσσει ως μέσο για την παραπάνω κοινωνική μεταβολή, θεωρώ, είναι ο θρίαμβος του έρωτα, ο οποίος καθώς αναδύεται αριστοτεχνικά από το «μποστάνι Δημοκρατίας», συντρίβει τις «αναθυμιάσεις των «είθισται» καταδιώκοντας μέχρις εσχάτων τα «πρέπει» με τους συνακόλουθους περιορισμούς», οδηγώντας τελικά στον θρίαμβο του ίδιου του ανθρώπου!
Θοδωρής Γούτας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφείτε στο Newsletter

Αναγνώστες

Επικοινωνία

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *